Chimamanda Ngozi Adichie at TEDGlobal 2009 The danger of a single story

00:00
Αφηγούμαι ιστορίες και θα ήθελα να σας πω μερικές προσωπικές ιστορίες γι’ αυτό που ονομάζω «κίνδυνο της μονοσήμαντης ιστορίας». Μεγάλωσα σε μια πανεπιστημιούπολη στην ανατολική Νιγηρία. Η μητέρα μου λέει ότι ξεκίνησα να διαβάζω όταν ήμουν δύο χρονών, αν και μάλλον αυτό έγινε στα τέσσερα. Ξεκίνησα να διαβάζω μικρή και διάβαζα βρετανικά και αμερικανικά παιδικά βιβλία.

00:27
Ξεκίνησα επίσης να γράφω από μικρή. Και όταν άρχισα να γράφω, περίπου επτά χρονών, ιστορίες με μολύβι και ζωγραφιές με κηρομπογιές που η καημένη η μητέρα μου αναγκαζόταν να διαβάζει, έγραφα ακριβώς τις ίδιες ιστορίες που διάβαζα. Όλοι οι ήρωες ήταν λευκοί με γαλάζια μάτια. Έπαιζαν στο χιόνι. Έτρωγαν μήλα.

00:52
(Γέλια)

00:54
Και συζητούσαν πολύ για τον καιρό, τι ωραία που ήταν όταν έβγαινε ο ήλιος.

00:58
(Γέλια)

01:00
Παρά το γεγονός ότι ζούσα στη Νιγηρία και δεν είχα βγει ποτέ από τη χώρα. Δεν είχαμε χιόνι. Τρώγαμε μάνγκο και δεν συζητούσαμε ποτέ για τον καιρό, διότι δεν υπήρχε λόγος.

01:14
Οι ήρωές μου έπιναν επίσης πολλή τζιτζιμπίρα επειδή οι ήρωες στα βρετανικά βιβλία που διάβαζα έπιναν τζιτζιμπίρα. Κι ας μην είχα ιδέα τι ήταν η τζιτζιμπίρα.

01:24
(Γέλια)

01:25
Για πολλά χρόνια, είχα μια τεράστια επιθυμία να τη δοκιμάσω. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

01:32
Γίνεται σαφές, νομίζω, πόσο ευεπηρέαστοι και ευάλωτοι είμαστε μπροστά σε μια ιστορία, ειδικά ως παιδιά. Καθώς το μόνο που είχα διαβάσει ήταν βιβλία με ξένους χαρακτήρες, είχα πειστεί ότι τα βιβλία, από τη φύση τους, έπρεπε να έχουν ξένους μέσα και έπρεπε να αναφέρονται σε πράγματα με τα οποία εγώ δεν μπορούσα να ταυτιστώ. Τα πράγματα άλλαξαν όταν ανακάλυψα τα αφρικανικά βιβλία. Δεν υπήρχαν και πολλά, και δεν ήταν το ίδιο εύκολο να τα βρεις όπως τα ξένα.

02:03
Αλλά εξαιτίας συγγραφέων όπως ο Τσινούα Ατσέμπε και ο Καμάρα Λάυε έκανα μια νοητική στροφή στην αντίληψή μου για τη λογοτεχνία. Συνειδητοποίησα πως άνθρωποι σαν κι εμένα, κορίτσια με δέρμα στο χρώμα της σοκολάτας, με κατσαρά μαλλιά που δεν πιάνονται αλογοουρά, μπορούν επίσης να υπάρξουν στη λογοτεχνία. Άρχισα να γράφω για πράγματα που αναγνώριζα.

02:24
Μου άρεσαν πολύ τα αμερικανικά κ αι τα βρετανικά βιβλία που διάβαζα. Μου ξυπνούσαν τη φαντασία. Μου άνοιγαν νέους κόσμους. Όμως, η απρόβλεπτη συνέπεια ήταν να μην γνωρίζω πως άνθρωποι σαν κι εμένα μπορούσαν να υπάρξουν στη λογοτεχνία. Έτσι, η ανακάλυψη των Αφρικανών συγγραφέων λειτούργησε ως εξής: Με γλίτωσε από το να έχω μια μονοσήμαντη ιστορία για την ουσία των βιβλίων.

02:47
Προέρχομαι από μια συμβατική, μεσοαστική οικογένεια της Νιγηρίας. Ο πατέρας μου ήταν καθηγητής. Η μητέρα μου ήταν διοικητική υπάλληλος. Και, όπως συνηθιζόταν, είχαμε υπηρέτες που ζούσαν μαζί μας και κατάγονταν συχνά από κοντινά αγροτικά χωριά. Τη χρονιά που έγινα οκτώ ετών, ήρθε ένας καινούριος υπηρέτης. Λεγόταν Φιντέ. Το μόνο που μας είπε η μητέρα μου γι’ αυτόν ήταν πως η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή. Η μητέρα μου έστελνε γλυκοπατάτες και ρύζι και παλιά μας ρούχα στην οικογένειά του. Και όταν δεν έτρωγα το φαγητό μου, η μητέρα μου έλεγε, «Τελείωσε το φαγητό σου! Άνθρωποι σαν την οικογένεια του Φιντέ δεν έχουν τίποτα». Έτσι λυπόμουν τρομερά την οικογένεια του Φιντέ.

03:31
Ένα Σάββατο πήγαμε στο χωριό του για επίσκεψη και η μητέρα του μας έδειξε ένα καλάθι με όμορφα σχέδια, από βαμμένη ψάθα, που είχε φτιάξει ο αδελφός του. Ξαφνιάστηκα. Δεν είχα φανταστεί ότι κάποιος από την οικογένειά του μπορούσε να φτιάξει κάτι. Το μόνο που είχα ακούσει γι’ αυτούς ήταν η φτώχεια τους και αδυνατούσα να τους δω σαν κάτι άλλο εκτός από φτωχούς. Η φτώχεια τους ήταν η μονοσήμαντη ιστορία που ήξερα γι’ αυτούς.

04:01
Χρόνια αργότερα το σκεφτόμουν, όταν πια έφυγα από τη Νιγηρία για σπουδές σε πανεπιστήμιο των Ηνωμένων Πολιτειών. Ήμουν 19 ετών. Η Αμερικανίδα συγκάτοικός μου εξεπλάγην μαζί μου. Με ρώτησε πού είχα μάθει να μιλάω τόσο καλά Αγγλικά και σάστισε όταν είπα ότι στη Νιγηρία τα Αγγλικά είναι η επίσημη γλώσσα. Ρώτησε αν μπορούσε να ακούσει αυτό που αποκάλεσε «μουσική της φυλής μου» και απογοητεύτηκε πολύ στη συνέχεια όταν της έδειξα μια κασέτα της Μαράια Κάρεϊ.

04:30
(Γέλια)

04:33
Υπέθεσε ότι δεν ήξερα πώς να χρησιμοποιώ την ηλεκτρική κουζίνα.

04:37
Με ξάφνιασε το εξής: με λυπόταν πριν καν με δει. Η θέση της απέναντί μου, ως Αφρικανή, ήταν εξ ορισμού ένας συγκαταβατικός, καλοπροαίρετος οίκτος. Η συγκάτοικός μου είχε μια μονοσήμαντη ιστορία για την Αφρική. Μια ιστορία καταστροφής. Σε αυτήν τη μονσήμαντη ιστορία, δεν υπήρχε πιθανότητα οι Αφρικανοί να της μοιάζουν, με οποιονδήποτε τρόπο, δεν υπήρχε πιθανότητα αισθημάτων πιο σύνθετων από τον οίκτο, δεν υπήρχε πιθανότητα σύνδεσης ως ισότιμων ανθρώπων.

05:09
Πρέπει να πω ότι πριν να έρθω στις Η.Π.Α. δεν προσδιοριζόμουν συνειδητά ως Αφρικανή. Αλλά στις Η.Π.Α., όποτε γινόταν αναφορά στην Αφρική όλοι στρέφονταν σε μένα. Και ας μη γνώριζα τίποτα για μέρη όπως η Ναμίμπια. Τελικά όμως ενστερνίστηκα τη νέα ταυτότητα και πλέον νιώθω Αφρικανή σε πολλά επίπεδα. Παρόλο που ακόμα εκνευρίζομαι αρκετά όταν αναφέρονται στην Αφρική ως χώρα. Η πιο πρόσφατη εμπειρία μου είναι από την, κατά τα άλλα υπέροχη πτήση μου, από το Λάγος δύο μέρες πριν, στην οποία η Virgin ανακοίνωσε ότι διεξάγει φιλανθρωπικό έργο στην «Ινδία, την Αφρική και άλλες χώρες».

05:43
(Γέλια)

05:44
Έτσι αφού πέρασα μερικά χρόνια στις Η.Π.Α. ως Αφρικανή, άρχισα να κατανοώ τη στάση της συγκατοίκου μου απέναντί μου. Αν δεν είχα μεγαλώσει στη Νιγηρία και αν το μόνο που ήξερα για την Αφρική ήταν η εικόνα που κυκλοφορεί, θα πίστευα κι εγώ ότι η Αφρική είναι ένας τόπος με όμορφα τοπία, όμορφα ζώα, και ακατανόητους ανθρώπους, που κάνουν άσκοπους πολέμους, πεθαίνουν από φτώχεια και ΕΙΤΖ, ανήμποροι να υπερασπίσουν τον εαυτό τους, και περιμένουν να σωθούν από κάποιον ευγενικό, λευκό ξένο. Θα έβλεπα τους Αφρικανούς με τον ίδιο τρόπο που, όταν ήμουν μικρή, έβλεπα την οικογένεια του Φιντέ.

06:23
Αυτή η μονοσήμαντη ιστορία της Αφρικής πιστεύω τελικά ότι πηγάζει από τη δυτική λογοτεχνία. Παραθέτω ένα απόσπασμα από τα γραπτά ενός Λονδρέζου εμπόρου, του Τζον Λοκ, ο οποίος μπάρκαρε για τη δυτική Αφρική το 1561 και κράτησε ένα συναρπαστικό ημερολόγιο του ταξιδιού του. Αφού αναφέρεται στους μαύρους Αφρικανούς ως «ζώα που δεν έχουν σπίτια», γράφει, «Υπάρχουν επίσης άνθρωποι χωρίς κεφάλι, με το στόμα και τα μάτια πάνω στο στήθος τους».

06:53
Γελάω κάθε φορά που το διαβάζω. Είναι αξιοθαύμαστη η φαντασία του Τζον Λοκ. Αλλά τα γραπτά του είναι σημαντικά διότι σηματοδοτούν την αρχή της παράδοσης εξιστόρησης αφρικανικών ιστοριών στη Δύση: μιας παράδοσης που θέλει την υποσαχάρια Αφρική, έναν τόπο γεμάτο αρνητικά, διαφορές, σκοτάδι, ανθρώπους οι οποίοι, σύμφωνα με τον υπέροχο ποιητή Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, είναι «μισοί διάβολοι, μισοί παιδιά».

07:20
Κι έτσι άρχισα να συνειδητοποιώ ότι η Αμερικανίδα συγκάτοικός μου πρέπει σ’ όλη τη ζωή της, να είχε δει και να είχε ακούσει διαφορετικές εκδοχές αυτής της μονοσήμαντης ιστορίας, όπως κι ο καθηγητής μου, ο οποίος μου είπε κάποτε ότι το μυθιστόρημά μου δεν ήταν «αυθεντικά αφρικανικό». Θα μπορούσα να δεχτώ ότι αρκετά σημεία ήταν λάθος στο μυθιστόρημά μου, ότι είχα αποτύχει σε αρκετές περιπτώσεις. Αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ ότι είχα αποτύχει να κατορθώσω την επονομαζόμενη αφρικανική αυθεντικότητα. Στην πραγματικότητα δεν ήξερα καν τι ήταν η αφρικανική αυθεντικότητα. Ο καθηγητής μου είπε πως οι ήρωές μου έμοιαζαν πολύ με τον ίδιο, που ήταν μορφωμένος και ανήκε στη μεσαία τάξη. Οι ήρωές μου οδηγούσαν αυτοκίνητα. Δεν πέθαιναν της πείνας. Συνεπώς δεν ήταν αυθεντικοί Αφρικανοί.

08:09
Να προσθέσω όμως, εν συντομία, ότι είμαι εξίσου ένοχη στο θέμα της μίας και μονοσήμαντης ιστορίας. Πριν μερικά χρόνια, επισκέφτηκα το Μεξικό από τις Η.Π.Α. Το πολιτικό κλίμα στις Η.Π.Α. ήταν τότε τεταμένο. Υπήρχαν διαφωνίες σχετικά με τη μετανάστευση. Και, όπως συχνά συμβαίνει στην Αμερική, η μετανάστευση έγινε συνώνυμο των Μεξικανών. Ακούγονταν ατελείωτες ιστορίες για Μεξικανούς οι οποίοι εκμεταλλεύονταν το σύστημα υγείας, περνούσαν κρυφά τα σύνορα, τους συνελάμβαναν στα σύνορα και τα λοιπά.

08:42
Θυμάμαι που περπατούσα την πρώτη μέρα στην Γκουανταλαχάρα, παρακολουθώντας τον κόσμο να πηγαίνει στη δουλειά του, να φτιάχνει τορτίγιας στην αγορά, να καπνίζει, να γελάει. Θυμάμαι ότι εξεπλάγην κάπως. Και ύστερα με κυρίευσε ντροπή. Συνειδητοποίησα ότι είχα απορροφηθεί τόσο πολύ από την εικόνα των Μεξικανών στα ΜΜΕ που στο μυαλό μου είχαν γίνει μόνο ένα πράγμα: οι καημένοι οι μετανάστες. Είχα χάψει τη μία και μοναδική ιστορία για τους Μεξικανούς και ντρεπόμουν αφάνταστα για τον εαυτό μου.

09:14
Έτσι λοιπόν μπορείς να δημιουργήσεις μία ιστορία, δείχνοντας μόνο ένα πράγμα για έναν λαό, ένα και μόνο πράγμα, ξανά και ξανά, μέχρι να γίνουν αυτό τελικά.

09:25
Είναι αδύνατο ν’ αναφερθείς στη μονοσήμαντη ιστορία χωρίς ν’ αναφερθείς στην εξουσία. Υπάρχει μια λέξη, μια λέξη στα Ίγκμπο, την οποία θυμάμαι κάθε φορά που σκέφτομαι τις δομές εξουσίας στον κόσμο και η λέξη είναι «νκάλι». Είναι ουσιαστικό και σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «να είσαι σπουδαιότερος από τον άλλο». Όπως οι κόσμοι της οικονομίας και της πολιτικής, οι ιστορίες, ορίζονται από την αρχή του νκάλι. Ο τρόπος που λέγονται, ποιος τις λέει, πότε λέγονται, πόσες ιστορίες λέγονται, όλα εξαρτώνται από την εξουσία.

10:00
Εξουσία είναι η ικανότητα να λες την ιστορία ενός ανθρώπου, σαν να ήταν η μοναδική ιστορία γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Ο Παλαιστίνιος ποιητής Μουρίντ Μπαργκούτι γράφει πως αν θέλεις να στερήσεις κάτι από έναν λαό, ο πιο απλός τρόπος για να το πετύχεις είναι πεις την ιστορία του ξεκινώντας την αφήγηση από το σημείο, «Δεύτερον». Ξεκινήστε την ιστορία με τα βέλη των ιθαγενών Αμερικανών και όχι με την άφιξη των Βρετανών και θα έχετε μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Ξεκινήστε την ιστορία με την αποτυχία του αφρικανικού κράτους και όχι με την αποικιοκρατική δημιουργία του αφρικανικού κράτους και θα έχετε μια εντελώς διαφορετική ιστορία.

10:40
Μίλησα πρόσφατα σε ένα πανεπιστήμιο όπου ένας φοιτητής μου είπε πόσο κρίμα ήταν που οι άντρες στη Νιγηρία είναι βίαιοι όπως ο πατέρας στο μυθιστόρημά μου. Του είπα πως είχα μόλις διαβάσει ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Αμερικανική Ψύχωση» —

10:56
(Γέλια)

10:58
— και πόσο κρίμα ήταν που οι νεαροί Αμερικανοί ήταν κατά συρροή δολοφόνοι.

11:03
(Γέλια)

11:07
(Χειροκρότημα)

11:13
Εντάξει, προφανώς είχα εκνευριστεί κάπως όταν το είπα αυτό.

11:16
(Γέλια)

11:18
Ποτέ δεν θα φανταζόμουν πως επειδή είχα διαβάσει απλώς ένα μυθιστόρημα όπου ο ήρωας ήταν κατά συρροή δολοφόνος, αυτός θ’ αντιπροσώπευε όλους τους Αμερικανούς. Όχι επειδή είμαι καλύτερος άνθρωπος από τον φοιτητή αλλά επειδή εξαιτίας της πολιτισμικής και οικονομικής δύναμης της Αμερικής, γνώριζα πολλές ιστορίες για την Αμερική. Είχα διαβάσει Τάιλερ και Άπνταϊκ και Στάινμπεκ και Γκέιτσκιλ. Δεν ήξερα μία μόνο ιστορία για την Αμερική.

11:43
Όταν έμαθα πριν μερικά χρόνια, ότι οι συγγραφείς έπρεπε να έχουν ζήσει άσχημη παιδική ηλικία για να είναι επιτυχημένοι, άρχισα να σκέφτομαι πώς θα μπορούσα να επινοήσω φρικτά πράγματα που μου έκαναν οι γονείς μου.

11:56
(Γέλια)

11:58
Η αλήθεια όμως, είναι ότι έζησα πολύ ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, με γέλιο κι αγάπη, σε μια πολύ δεμένη οικογένεια.

12:05
Είχα όμως και παππούδες που πέθαναν σε προσφυγικούς καταυλισμούς. Ο εξάδελφός μου Πόλι πέθανε επειδή δεν υπήρχαν τα απαραίτητα ιατρικά μέσα. Ένας πολύ στενός μου φίλος, ο Οκολόμα, πέθανε σε αεροπορικό δυστύχημα επειδή οι πυροσβεστικές αντλίες δεν είχαν νερό. Μεγάλωσα σε καταπιεστικά στρατιωτικά καθεστώτα, που υποτιμούσαν την εκπαίδευση, με αποτέλεσμα πολλές φορές οι γονείς μου να μην πληρώνονται. Κι έτσι όταν ήμουν μικρή, η μαρμελάδα χάθηκε από το τραπέζι μας, ύστερα χάθηκε και η μαργαρίνη, ύστερα ακρίβυνε πολύ το ψωμί κι ύστερα μπήκε δελτίο στο γάλα. Και πάνω από όλα, ένας φυσικός πολιτικός φόβος εισέβαλε στη ζωή μας.

12:45
Όλες αυτές οι ιστορίες με κάνουν αυτή που είμαι. Αλλά αν επιμείνω μόνο στις αρνητικές είναι σαν να ισοπεδώνω την εμπειρία μου και να παραβλέπω τις πολλές άλλες ιστορίες που με διαμόρφωσαν. Μία μόνο ιστορία δημιουργεί στερεότυπα. Και το πρόβλημα με τα στερεότυπα δεν είναι ότι είναι αναληθή, αλλά ότι είναι ελλιπή. Παίρνουν μία ιστορία και την κάνουν τη μοναδική ιστορία.

13:13
Φυσικά, η Αφρική είναι μια ήπειρος γεμάτη καταστροφές. Τεράστιες, όπως οι φρικτοί βιασμοί στο Κονγκό. Και θλιβερές, όπως το γεγονός ότι 5.000 άτομα αιτούνται για μία κενή θέση εργασίας στη Νιγηρία. Υπάρχουν όμως και άλλες ιστορίες που δεν μιλούν για καταστροφή. Και είναι πολύ σημαντικό, εξίσου σημαντικό, να μιλάμε γι’ αυτές.

13:33
Πάντα ένιωθα ότι είναι αδύνατο να γνωρίσεις σωστά έναν τόπο ή έναν άνθρωπο αν δεν γνωρίσεις όλες τις ιστορίες του τόπου ή του ανθρώπου. Η συνέπεια της μονοσήμαντης ιστορίας είναι η εξής: στερεί την αξιοπρέπεια από τον άνθρωπο. Μας δυσκολεύει να πιστέψουμε ότι είμαστε ισότιμα ανθρώπινα όντα. Τονίζει πόσο διαφορετικοί είμαστε και όχι πόσο ίδιοι.

13:57
Τι θα γινόταν αν πριν πάω στο Μεξικό είχα παρακολουθήσει το θέμα της μετανάστευσης και από τις δύο πλευρές, των Η.Π.Α. και του Μεξικού; Τι θα γινόταν αν η μητέρα μου μας είχε πει ότι η οικογένεια του Φιντέ ήταν φτωχή και εργατική; Τι θα γινόταν αν είχαμε ένα αφρικανικό τηλεοπτικό δίκτυο που έδειχνε διαφορετικές αφρικανικές ιστορίες σε όλον τον κόσμο; Αυτό που ο Νιγηριανός συγγραφέας Τσινούα Ατσέμπε ονομάζει «ισορροπία των ιστοριών».

14:21
Τι θα γινόταν αν η συγκάτοικός μου ήξερε τον εκδότη μου στη Νιγηρία, τον Μούκτα Μπακαράι, έναν αξιόλογο άνθρωπο ο οποίος άφησε τη δουλειά του στην τράπεζα, για να πραγματοποιήσει το όνειρό του και να ανοίξει έναν εκδοτικό οίκο; Η παράδοση θέλει τους Νιγηριανούς να μη διαβάζουν λογοτεχνία. Εκείνος διαφωνούσε. Πίστευε ότι όσοι μπορούσαν να διαβάσουν, θα διάβαζαν, αν υπήρχε διαθέσιμη και οικονομική λογοτεχνία.

14:44
Λίγο μετά την κυκλοφορία του πρώτου μου μυθιστορήματος πήγα σε έναν τηλεοπτικό σταθμό στο Λάγος για μια συνέντευξη. Μια γυναίκα που εργαζόταν στην αλληλογραφία ήρθε και μου είπε, «Μου άρεσε πολύ το βιβλίο σου. Δεν μου άρεσε το τέλος. Πρέπει να γράψεις και δεύτερο μέρος, στο οποίο θα γίνει το εξής…»

14:59
(Γέλια)

15:02
Και μου είπε τι να γράψω στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Δεν ήταν μόνο κάτι όμορφο, ήταν και πολύ συγκινητικό. Ήταν μια γυναίκα, από τους απλούς Νιγηριανούς οι οποίοι κανονικά δεν διαβάζουν. Και όχι μόνο είχε διαβάσει το βιβλίο αλλά το είχε κάνει δικό της και θεωρούσε ότι δικαιούνταν να μου πει τι να γράψω στη συνέχεια.

15:21
Τι θα γινόταν αν η συγκάτοικός μου ήξερε τη φίλη μου Φούμι Όντα, μια ατρόμητη γυναίκα που παρουσιάζει μια τηλεοπτική εκπομπή στο Λάγος και έχει αποφασίσει να λέει τις ιστορίες που προτιμάμε να ξεχνάμε; Τι θα γινόταν αν η συγκάτοικός μου ήξερε για την εγχείριση καρδιάς που έγινε στο νοσοκομείο του Λάγος την περασμένη εβδομάδα; Τι θα γινόταν αν η συγκάτοικός μου ήξερε τη σύγχρονη μουσική της Νιγηρίας; Ταλαντούχους ανθρώπους που τραγουδούν στα Αγγλικά και στα Πιτζίν και στα Ίγκμπο και τα Γιορούμπα και τα Ίτζο, συνδυάζοντας επιρροές από τον Τζέι Ζι και τον Φελά μέχρι τον Μπομπ Μάρλεϊ και τους προγόνους τους.

15:54
Τι θα γινόταν αν η συγκάτοικός μου ήξερε για τη δικηγόρο που σε πρόσφατη δίκη στη Νιγηρία αμφισβήτησε έναν γελοίο νόμο που απαιτεί από τις γυναίκες να παίρνουν την άδεια του συζύγου τους πριν να ανανεώσουν τα διαβατήριά τους; Τι θα γινόταν αν η συγκάτοικός μου ήξερε για το Νόλιγουντ, γεμάτο από πρωτοπόρους που γυρίζουν ταινίες παρά τις μεγάλες τεχνικές δυσκολίες; Ταινίες τόσο δημοφιλείς που αποτελούν το καλύτερο παράδειγμα των Νιγηριανών που καταναλώνουν αυτό που παράγουν. Τι θα γινόταν αν η συγκάτοικός μου ήξερε για την εκπληκτική και φιλόδοξη κομμώτριά μου, η οποία ξεκίνησε τη δική της επιχείρηση και πουλάει εξτένσιον; Ή για τα εκατομμύρια των άλλων Νιγηριανών που ξεκινούν επιχειρήσεις και μερικές φορές αποτυγχάνουν αλλά συνεχίζουν να έχουν φιλοδοξίες;

16:35
Κάθε φορά που είμαι στη χώρα μου ακούω τα συνηθισμένα παράπονα από τους περισσότερους Νιγηριανούς: την κακή υποδομή, την κακή κυβέρνηση. Αλλά βλέπω και την εκπληκτική προσαρμοστικότητα των ανθρώπων που προκόβουν χωρίς την κυβέρνηση και χωρίς την υποστήριξή της. Διδάσκω σε εργαστήρια γραφής στο Λάγος κάθε καλοκαίρι και μου φαίνεται απίστευτο πόσοι συμμετέχουν, πόσοι ανυπομονούν να γράψουν, να πουν ιστορίες.

17:02
Με τον εκδότη μου στη Νιγηρία ξεκινήσαμε μια μη κερδοσκοπική οργάνωση που λέγεται Ταμείο Φαραφίνα. Έχουμε μεγάλα όνειρα, να χτίσουμε βιβλιοθήκες και να ανακαινίσουμε όσες υπάρχουν ήδη και να προμηθεύσουμε με βιβλία τα δημόσια σχολεία που έχουν άδειες βιβλιοθήκες, αλλά και να διοργανώσουμε πολλά, πολλά εργαστήρια, ανάγνωσης και γραφής, για όλους εκείνους που επιθυμούν να πουν τις πολλές ιστορίες μας.

17:24
Οι ιστορίες είναι σημαντικές. Οι πολλές ιστορίες είναι σημαντικές. Οι ιστορίες έχουν χρησιμοποιηθεί για να στερήσουν και να βλάψουν. Αλλά μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για να δώσουν δύναμη και ανθρωπιά. Οι ιστορίες μπορούν να καταστρέψουν την αξιοπρέπεια ενός λαού. Αλλά μπορούν και να την αποκαταστήσουν.

17:44
Η Αμερικανίδα συγγραφέας Άλις Γουόκερ έγραψε για τους συγγενείς της από τον νότο που μετακόμισαν στον βορρά. Τους ανέφερε σε ένα βιβλίο για τη ζωή στο νότ που είχαν αφήσει πίσω τους. «Κάθισαν και διάβασαν το βιβλίο μόνοι τους, άκουσαν κι εμένα να το διαβάζω και ήταν σαν να κερδίζαμε ξανά τον Παράδεισο.»

18:05
Θα ήθελα να τελειώσω με την εξής σκέψη: όταν απορρίπτουμε τη μονοσήμαντη ιστορία, όταν συνειδητοποιούμε ότι ποτέ δεν υπάρχει μία και μοναδική ιστορία για οποιονδήποτε τόπο, τότε κερδίζουμε ξανά τον Παράδεισο.

18:18
Ευχαριστώ.

18:19
(Χειροκρότημα)

00:00
I’m a storyteller. And I would like to tell you a few personal stories about what I like to call “the danger of the single story.” I grew up on a university campus in eastern Nigeria. My mother says that I started reading at the age of two, although I think four is probably close to the truth. So I was an early reader, and what I read were British and American children’s books.

00:27
I was also an early writer, and when I began to write, at about the age of seven, stories in pencil with crayon illustrations that my poor mother was obligated to read, I wrote exactly the kinds of stories I was reading: All my characters were white and blue-eyed, they played in the snow, they ate apples,

00:52
(Laughter)

00:54
and they talked a lot about the weather, how lovely it was that the sun had come out.

00:58
(Laughter)

01:00
Now, this despite the fact that I lived in Nigeria. I had never been outside Nigeria. We didn’t have snow, we ate mangoes, and we never talked about the weather, because there was no need to.

01:14
My characters also drank a lot of ginger beer, because the characters in the British books I read drank ginger beer. Never mind that I had no idea what ginger beer was.

01:24
(Laughter)

01:25
And for many years afterwards, I would have a desperate desire to taste ginger beer. But that is another story.

01:32
What this demonstrates, I think, is how impressionable and vulnerable we are in the face of a story, particularly as children. Because all I had read were books in which characters were foreign, I had become convinced that books by their very nature had to have foreigners in them and had to be about things with which I could not personally identify. Now, things changed when I discovered African books. There weren’t many of them available, and they weren’t quite as easy to find as the foreign books.

02:03
But because of writers like Chinua Achebe and Camara Laye, I went through a mental shift in my perception of literature. I realized that people like me, girls with skin the color of chocolate, whose kinky hair could not form ponytails, could also exist in literature. I started to write about things I recognized.

02:24
Now, I loved those American and British books I read. They stirred my imagination. They opened up new worlds for me. But the unintended consequence was that I did not know that people like me could exist in literature. So what the discovery of African writers did for me was this: It saved me from having a single story of what books are.

02:47
I come from a conventional, middle-class Nigerian family. My father was a professor. My mother was an administrator. And so we had, as was the norm, live-in domestic help, who would often come from nearby rural villages. So, the year I turned eight, we got a new house boy. His name was Fide. The only thing my mother told us about him was that his family was very poor. My mother sent yams and rice, and our old clothes, to his family. And when I didn’t finish my dinner, my mother would say, “Finish your food! Don’t you know? People like Fide’s family have nothing.” So I felt enormous pity for Fide’s family.

03:31
Then one Saturday, we went to his village to visit, and his mother showed us a beautifully patterned basket made of dyed raffia that his brother had made. I was startled. It had not occurred to me that anybody in his family could actually make something. All I had heard about them was how poor they were, so that it had become impossible for me to see them as anything else but poor. Their poverty was my single story of them.

04:01
Years later, I thought about this when I left Nigeria to go to university in the United States. I was 19. My American roommate was shocked by me. She asked where I had learned to speak English so well, and was confused when I said that Nigeria happened to have English as its official language. She asked if she could listen to what she called my “tribal music,” and was consequently very disappointed when I produced my tape of Mariah Carey.

04:30
(Laughter)

04:33
She assumed that I did not know how to use a stove.

04:37
What struck me was this: She had felt sorry for me even before she saw me. Her default position toward me, as an African, was a kind of patronizing, well-meaning pity. My roommate had a single story of Africa: a single story of catastrophe. In this single story, there was no possibility of Africans being similar to her in any way, no possibility of feelings more complex than pity, no possibility of a connection as human equals.

05:09
I must say that before I went to the U.S., I didn’t consciously identify as African. But in the U.S., whenever Africa came up, people turned to me. Never mind that I knew nothing about places like Namibia. But I did come to embrace this new identity, and in many ways I think of myself now as African. Although I still get quite irritable when Africa is referred to as a country, the most recent example being my otherwise wonderful flight from Lagos two days ago, in which there was an announcement on the Virgin flight about the charity work in “India, Africa and other countries.”

05:43
(Laughter)

05:44
So, after I had spent some years in the U.S. as an African, I began to understand my roommate’s response to me. If I had not grown up in Nigeria, and if all I knew about Africa were from popular images, I too would think that Africa was a place of beautiful landscapes, beautiful animals, and incomprehensible people, fighting senseless wars, dying of poverty and AIDS, unable to speak for themselves and waiting to be saved by a kind, white foreigner. I would see Africans in the same way that I, as a child, had seen Fide’s family.

06:23
This single story of Africa ultimately comes, I think, from Western literature. Now, here is a quote from the writing of a London merchant called John Lok, who sailed to west Africa in 1561 and kept a fascinating account of his voyage. After referring to the black Africans as “beasts who have no houses,” he writes, “They are also people without heads, having their mouth and eyes in their breasts.”

06:53
Now, I’ve laughed every time I’ve read this. And one must admire the imagination of John Lok. But what is important about his writing is that it represents the beginning of a tradition of telling African stories in the West: A tradition of Sub-Saharan Africa as a place of negatives, of difference, of darkness, of people who, in the words of the wonderful poet Rudyard Kipling, are “half devil, half child.”

07:20
And so, I began to realize that my American roommate must have throughout her life seen and heard different versions of this single story, as had a professor, who once told me that my novel was not “authentically African.” Now, I was quite willing to contend that there were a number of things wrong with the novel, that it had failed in a number of places, but I had not quite imagined that it had failed at achieving something called African authenticity. In fact, I did not know what African authenticity was. The professor told me that my characters were too much like him, an educated and middle-class man. My characters drove cars. They were not starving. Therefore they were not authentically African.

08:09
But I must quickly add that I too am just as guilty in the question of the single story. A few years ago, I visited Mexico from the U.S. The political climate in the U.S. at the time was tense, and there were debates going on about immigration. And, as often happens in America, immigration became synonymous with Mexicans. There were endless stories of Mexicans as people who were fleecing the healthcare system, sneaking across the border, being arrested at the border, that sort of thing.

08:42
I remember walking around on my first day in Guadalajara, watching the people going to work, rolling up tortillas in the marketplace, smoking, laughing. I remember first feeling slight surprise. And then, I was overwhelmed with shame. I realized that I had been so immersed in the media coverage of Mexicans that they had become one thing in my mind, the abject immigrant. I had bought into the single story of Mexicans and I could not have been more ashamed of myself.

09:14
So that is how to create a single story, show a people as one thing, as only one thing, over and over again, and that is what they become.

09:25
It is impossible to talk about the single story without talking about power. There is a word, an Igbo word, that I think about whenever I think about the power structures of the world, and it is “nkali.” It’s a noun that loosely translates to “to be greater than another.” Like our economic and political worlds, stories too are defined by the principle of nkali: How they are told, who tells them, when they’re told, how many stories are told, are really dependent on power.

10:00
Power is the ability not just to tell the story of another person, but to make it the definitive story of that person. The Palestinian poet Mourid Barghouti writes that if you want to dispossess a people, the simplest way to do it is to tell their story and to start with, “secondly.” Start the story with the arrows of the Native Americans, and not with the arrival of the British, and you have an entirely different story. Start the story with the failure of the African state, and not with the colonial creation of the African state, and you have an entirely different story.

10:40
I recently spoke at a university where a student told me that it was such a shame that Nigerian men were physical abusers like the father character in my novel. I told him that I had just read a novel called “American Psycho” —

10:56
(Laughter)

10:58
— and that it was such a shame that young Americans were serial murderers.

11:03
(Laughter)

11:07
(Applause)

11:13
Now, obviously I said this in a fit of mild irritation.

11:16
(Laughter)

11:18
But it would never have occurred to me to think that just because I had read a novel in which a character was a serial killer that he was somehow representative of all Americans. This is not because I am a better person than that student, but because of America’s cultural and economic power, I had many stories of America. I had read Tyler and Updike and Steinbeck and Gaitskill. I did not have a single story of America.

11:43
When I learned, some years ago, that writers were expected to have had really unhappy childhoods to be successful, I began to think about how I could invent horrible things my parents had done to me.

11:56
(Laughter)

11:58
But the truth is that I had a very happy childhood, full of laughter and love, in a very close-knit family.

12:05
But I also had grandfathers who died in refugee camps. My cousin Polle died because he could not get adequate healthcare. One of my closest friends, Okoloma, died in a plane crash because our fire trucks did not have water. I grew up under repressive military governments that devalued education, so that sometimes, my parents were not paid their salaries. And so, as a child, I saw jam disappear from the breakfast table, then margarine disappeared, then bread became too expensive, then milk became rationed. And most of all, a kind of normalized political fear invaded our lives.

12:45
All of these stories make me who I am. But to insist on only these negative stories is to flatten my experience and to overlook the many other stories that formed me. The single story creates stereotypes, and the problem with stereotypes is not that they are untrue, but that they are incomplete. They make one story become the only story.

13:13
Of course, Africa is a continent full of catastrophes: There are immense ones, such as the horrific rapes in Congo and depressing ones, such as the fact that 5,000 people apply for one job vacancy in Nigeria. But there are other stories that are not about catastrophe, and it is very important, it is just as important, to talk about them.

13:33
I’ve always felt that it is impossible to engage properly with a place or a person without engaging with all of the stories of that place and that person. The consequence of the single story is this: It robs people of dignity. It makes our recognition of our equal humanity difficult. It emphasizes how we are different rather than how we are similar.

13:57
So what if before my Mexican trip, I had followed the immigration debate from both sides, the U.S. and the Mexican? What if my mother had told us that Fide’s family was poor and hardworking? What if we had an African television network that broadcast diverse African stories all over the world? What the Nigerian writer Chinua Achebe calls “a balance of stories.”

14:21
What if my roommate knew about my Nigerian publisher, Muhtar Bakare, a remarkable man who left his job in a bank to follow his dream and start a publishing house? Now, the conventional wisdom was that Nigerians don’t read literature. He disagreed. He felt that people who could read, would read, if you made literature affordable and available to them.

14:44
Shortly after he published my first novel, I went to a TV station in Lagos to do an interview, and a woman who worked there as a messenger came up to me and said, “I really liked your novel. I didn’t like the ending. Now, you must write a sequel, and this is what will happen …”

14:59
(Laughter)

15:02
And she went on to tell me what to write in the sequel. I was not only charmed, I was very moved. Here was a woman, part of the ordinary masses of Nigerians, who were not supposed to be readers. She had not only read the book, but she had taken ownership of it and felt justified in telling me what to write in the sequel.

15:21
Now, what if my roommate knew about my friend Funmi Iyanda, a fearless woman who hosts a TV show in Lagos, and is determined to tell the stories that we prefer to forget? What if my roommate knew about the heart procedure that was performed in the Lagos hospital last week? What if my roommate knew about contemporary Nigerian music, talented people singing in English and Pidgin, and Igbo and Yoruba and Ijo, mixing influences from Jay-Z to Fela to Bob Marley to their grandfathers.

15:54
What if my roommate knew about the female lawyer who recently went to court in Nigeria to challenge a ridiculous law that required women to get their husband’s consent before renewing their passports? What if my roommate knew about Nollywood, full of innovative people making films despite great technical odds, films so popular that they really are the best example of Nigerians consuming what they produce? What if my roommate knew about my wonderfully ambitious hair braider, who has just started her own business selling hair extensions? Or about the millions of other Nigerians who start businesses and sometimes fail, but continue to nurse ambition?

16:35
Every time I am home I am confronted with the usual sources of irritation for most Nigerians: our failed infrastructure, our failed government, but also by the incredible resilience of people who thrive despite the government, rather than because of it. I teach writing workshops in Lagos every summer, and it is amazing to me how many people apply, how many people are eager to write, to tell stories.

17:02
My Nigerian publisher and I have just started a non-profit called Farafina Trust, and we have big dreams of building libraries and refurbishing libraries that already exist and providing books for state schools that don’t have anything in their libraries, and also of organizing lots and lots of workshops, in reading and writing, for all the people who are eager to tell our many stories.

17:24
Stories matter. Many stories matter. Stories have been used to dispossess and to malign, but stories can also be used to empower and to humanize. Stories can break the dignity of a people, but stories can also repair that broken dignity.

17:44
The American writer Alice Walker wrote this about her Southern relatives who had moved to the North. She introduced them to a book about the Southern life that they had left behind. “They sat around, reading the book themselves, listening to me read the book, and a kind of paradise was regained.”

18:05
I would like to end with this thought: That when we reject the single story, when we realize that there is never a single story about any place, we regain a kind of paradise.

18:18
Thank you.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *